Σε όποιον αρέσει να μαθαίνει

Ο  όρος «kitsch», είναι  Γερμανικός. Εμφανίστηκε στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Μονάχου περί τα 1870, για να περιγράψει την «ευτέλεια», το «στερούμενο αξίας»,το «ψεύτικο»,το «καλλιτεχνικό σκουπίδι». Σύμφωνα με μία ετυμολογική υπόθεση, προέρχεται από τον αγγλικό όρο sketch (σκετς, σκίτσo), τον οποίο χρησιμοποιούσαν Αγγλόφωνοι επισκέπτες ζητώντας από ντόπιους καλλιτέχνες σχέδια τοπίων ή άλλων θεμάτων. Κατά μία άλλη εκδοχή, ετυμολογείται από το δύσχρηστο γερμανικό ρήμα kitschen που σημαίνει μαζεύω λάσπη στο δρόμο, παραπέμποντας στους τουρίστες που μάζευαν άκριτα έργα ζωγραφικής ή σχέδια.

 

One thought on “Σε όποιον αρέσει να μαθαίνει

  1. Ο/Η Εριφίλη Μάντη λέει:

    (der) Kitsch= κακοτεχνία, kitschig= κακότεχνος, ακαλαίσθητος (από Γερμανοελληνικό Λεξικό)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s