Καρφίτσες

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η Ιωάννα εμπνεύστηκε από μία καρφίτσα μου και της έδωσε μία δεύτερη ευκαιρία γράφοντας το παραμύθι:

Εκατό φύλλα μοναξιάς

Μιά φορά κι έναν καιρό, ζούσε σ΄ένα ολάνθιστο κήπο, ένα όμορφο εκατόφυλλο τριαντάφυλλο, με λεπτό και λυγερό μίσχο, καταπράσινα φύλλα και μαγευτική μυρωδιά. Όπως όλα τα λουλούδια ήταν μιά ευγενική ψυχή γιαυτό είχε κρατήσει ένα μόνο αγκάθι, που το έκρυβε καλά για να μην τσιμπιούνται τα χεράκια των παιδιών, όταν έσκυβαν να το μυρίσουν. Στην τριανταφυλλένια του καρδιά έκλεινε όλους τους κατοίκους του κήπου, κι εκείνοι το πλησίαζαν γιατί τους πρόσφερε χαρά.

-Δώσε μου λίγο από το ζωηρό χρώμα των πετάλων σου. Σήμερα νιώθω πολύ χλωμός γκρίνιαξε ο περήφανος κατάλευκος κρίνος και το τριαντάφυλλο του χάρισε το πιό όμορφο κόκκινο για να βάψει τα μάγουλά του.

-Πώς θάθελα λίγη από τη μεθυστική σου μυρωδιά, κανείς δεν σκύβει να με μυρίσει όπως εσένα, παραπονιόταν μιά μελαγχολική μαργαρίτα και αμέσως το τριαντάφυλλο έγερνε και της έδινε την ευωδιά του.

Έτσι το τριαντάφυλλο σιγά σιγά, μοίρασε στους κατοίκους του κήπου τις τρυφερές του χάρες. Έβαλε χρωματιστές βούλες στα φτερά της πεταλούδας, έδωσε το πράσινο των φύλλων του στο ξεραμένο γρασίδι, στόλισε τα μαλλιά του μικρού κοριτσιού με ροδοπέταλα, έστυψε τους χυμούς του για ν΄απαλύνει το δέρμα της μητέρας , κι έγινε ροδοζάχαρη για το γλυκό της γιαγιάς.

Στο τέλος όμως απέμεινε χωρίς πέταλα και φύλλα και δίχως ευωδιά, η σκιά του εαυτού του. Ολόγυμνο, μαραμένο κι αδύναμο. Τοσο πολύ που λύγισε και φίλισε το χώμα. Τίποτε δεν του είχε απομείνει πιά, παρά μόνο το κρυμμένο αγκάθι, που όμως δεν το ήθελε κανείς. Κι από καλοσύνη δεν θα έδινε ποτέ σε κάποιον μήπως και τον πληγώσει.

Το αγκάθι όμως ήταν εκεί και επέμενε.

-Δώσε με και ΄μένα κάπου! θέλω να είμαι χρήσιμο!

Το τριαντάφυλλο δεν μπορούσε πιά ν΄αρνηθεί να δώσει νόημα στον  συνεργάσιμο ως τώρα σύντροφό του.

Συνέχιζε να μη θέλει να πληγώσει κανένα. Κι έτσι, ένα βράδυ, έστρεψε με όση δύναμη του είχε απομείνει τον μυτερό του φίλο στον εαυτό του και τρύπησε τη σάρκα του. Το επόμενο πρωί, όλα τα πλάσματα του κήπου το βρήκαν στο χώμα και πίστεψαν πως είναι πιά νεκρό. Όμως τί παράξενο! Από το τραύμα που άφησε πάνω του το αγκάθι, ανάβλυζε αργά αργά χυμός και γινόταν ξανά λυγερό το σώμα του. Ο χυμός που έβρεχε το χώμα, ζωντάνευε σιγά σιγά τα φύλλα κι έβαφε δειλά τα μαραμένα πέταλα.  Γινόταν ένα θαύμα. Το τριαντάφυλλο ξανάνιωσε, αναγεννήθηκε και υψώθηκε ξανά στον λυγερό του μίσχο πιό όμορφο από ποτέ. Όλοι στον κήπο ήταν χαρούμενοι, μα πιό πολύ  χαιρόταν το εκατοντάφυλλο γιατί μπορούσε πάλι να δίνει στους αγαπημένους του εκείνο που είχαν ανάγκη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s